αμπαζούρ

[абазур] ουσ. о. άκλ абажур

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμπαζούρ" в других словарях:

  • αμπαζούρ — το (λ. γαλλ.), κατασκευή που προσαρμόζεται στο λαμπτήρα και συντελεί στην προς τα κάτω συγκέντρωση του φωτός: Όλες σχεδόν οι επιτραπέζιες λάμπες έχουν αμπαζούρ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμπαζούρ — το ανακλαστήρας κωνικού ή κυλινδρικού σχήματος από χαρτί, ύφασμα, μέταλλο, πορσελάνη ή αδιαφανές γυαλί που προσαρμόζεται στα φωτιστικά σώματα για να ανακλούν και να κατευθύνουν το φως τους …   Dictionary of Greek

  • σκίαστρο — το, Ν 1. καταυγαστήρας, αλεξίφωτο, αμπαζούρ 2. τεχνολ. διάταξη που στερεώνεται μπροστά στον αντικειμενικό φακό τών φωτογραφικών και κινηματογραφικών μηχανών λήψης για την προστασία του από ανεπιθύμητο φωτισμό ισχυρής φωτεινής πηγής. [ΕΤΥΜΟΛ. < …   Dictionary of Greek

  • ανταυγαστήρας — ο εξάρτημα λάμπας που ανακλά το φως προς ορισμένη κατεύθυνση, αμπαζούρ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανταυγάζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1886 στον φιλόλογο Παναγιώτη Φέρμπο, ως απόδοση του γαλλ. reverbere] …   Dictionary of Greek

  • καταυγαστήρας — ο (Α καταυγαστήρ, ήρος, θηλ. καταυγάστειρα) [καταυγάζω] νεοελλ. εξάρτημα τών λαμπτήρων που ανακλά και κατευθύνει το φως προς ορισμένη φορά, αμπαζούρ αρχ. (το θηλ. ως επίθ. για τη σελήνη) αυτή που λάμπει …   Dictionary of Greek

  • υαλογράφημα — Λέγεται και βιτρώ (vitraux), από τη γαλλική λέξη vitrail στον πληθυντικό της. Το υ., βυζαντινή εφεύρεση του 4ου ή 5ου αι., θριάμβευσε στη δυτική αρχιτεκτονική όταν επικράτησε ο γοτθικός ρυθμός. Αν και δεν ήταν άγνωστο στους ρομανικούς καλλιτέχνες …   Dictionary of Greek

  • αλεξίφωτο — το το αμπαζούρ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντανάκλαση — η η επιστροφή προς τα πίσω, ύστερα από πρόσκρουση, κυρίως του φωτός και του ήχου, αλλιώτικα ανάκλαση: Το αμπαζούρ στις λάμπες χρησιμεύει για την αντανάκλαση του φωτός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.